Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βυσσινάδα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ποτόαναψυκτικό που παρασκευάζεται από σιρόπι βύσσινων διαλυμένο σε νερό Βικιλεξικό
    • Ήπια μονορούφι τη βυσσινάδα κι άρχισα να διαβάζω και χωρίς να το θέλω η φωνή μου έτρεμε από συγκίνηση, Αν η Θοδώρα είχε δακρύσει ακούγοντας το γράμμα, η Βασιλική πλάνταξε στο κλάμα. (Άλκη Ζέη, Με μολύβι φάμπερ νούμερο δύο, εκδ. Μεταίχμιο, 2013)

Ετυμολογία

βυσσινάδα < βύσσιν(ο) + -άδα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήβυσσινάδαβυσσινάδες
Γενικήβυσσινάδαςβυσσινάδων
Αιτιατικήβυσσινάδαβυσσινάδες
Κλητικήβυσσινάδαβυσσινάδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →