βυσσινέα
•
- καθαρεύουσαη βυσσινιά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βυσσινέα < βύσσιν(ον) + -έα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
βυσσινέα < βύσσιν(ον) + -έα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →