βυσσινιά
•
- δέντρομια ποικιλία της κερασιάς, (είδος Prunus cerasus), με μεγάλα ελλειψοειδή φύλλα και μικρούς κόκκινους καρπούς οι οποίοι είναι πιο ξινοί από τα κεράσια και χρησιμοποιούνται κυρίως στο μαγείρεμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βυσσινιά < βύσσιν(ο) + -ιά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βυσσινιά | βυσσινιές |
| Γενική | βυσσινιάς | βυσσινιών |
| Αιτιατική | βυσσινιά | βυσσινιές |
| Κλητική | βυσσινιά | βυσσινιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →