Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βυσσινόκηπος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. κτήμα που περιλαμβάνει έκταση με βυσσινιές και κήπο Βικιλεξικό
    • Και αυτό όχι μονάχα επειδή η γη της στέπας και ο ουρανός της ή ο πελώριος, ολάνθιστος βυσσινόκηπος, η εξοχή και η ύπαιθρος όπου διαδραματίζονται καθημερινές σκηνές από τη ζωή των γαιοκτημόνων την ώρα της πτώσης τους, συγκροτούν ένα φυσικό περιβάλλον που χαρακτηρίζει την τσεχοφική πρόζα και δραματουργία, αλλά και γιατί ένα τοπίο όπως αυτό της λίμνης με τον σκοτωμένο γλάρο γίνεται λογοτεχνικό θέμα από τον ίδιο τον Τριγκόριν και σύμβολο για τη μοίρα της Νίνας στον «Γλάρο». (*)

Ετυμολογία

βυσσινόκηπος < βύσσινο + -ο- + κήπος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήβυσσινόκηποςβυσσινόκηποι
Γενικήβυσσινόκηπουβυσσινόκηπων
Αιτιατικήβυσσινόκηποβυσσινόκηπους
Κλητικήβυσσινόκηπεβυσσινόκηποι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →