βυτίο
•
- μεγάλο δοχείο, συνήθως κυλινδρικό για την αποθήκευση και μεταφορά υγρών, καυσίμων Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάβυτιοφόρο όχημα Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάποσότητα που μπορεί να χωρέσει σε ένα βυτιοφόρο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βυτίο < πιθανόν (ελληνιστική κοινή) *βυτίον < βυτίνη / πυτίνη κατά τον Ησύχιο απ' όπου ίσως και η λατινική buttis : Κατ' άλλη άποψη, λόγια επίδραση στο βουτσί → και δείτε βοῦτις (ελληνιστική κοινή).
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βυτίο | βυτία |
| Γενική | βυτίου | βυτίων |
| Αιτιατική | βυτίο | βυτία |
| Κλητική | βυτίο | βυτία |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →