βόειος
•
- λόγιοβοδινός Βικιλεξικό
- Η ελιά είναι ο σβέρκος ή αλλιώς ο λαιμός του βόειου. Αρκετά λιπαρό και μαλακό κομμάτι το οποίο μπορεί να μαγειρευτεί με ή χωρίς κόκκαλο, σε σιγανή φωτιά (από ιστοσελίδα σουπερμάρκετ, ανάκτηση στις 9/3/2026)
Ετυμολογία
βόειος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική βόειος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βόειος | βόεια | βόειο |
| Γενική | βόειου | βόειας | βόειου |
| Αιτιατική | βόειο | βόεια | βόειο |
| Κλητική | βόειε | βόεια | βόειο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βόειοι | βόειες | βόεια |
| Γενική | βόειων | βόειων | βόειων |
| Αιτιατική | βόειους | βόειες | βόεια |
| Κλητική | βόειοι | βόειες | βόεια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →