βόλεμα
•
- η τακτοποίηση σε μια άνετη ή ασφαλή θέση, συνήθως ανθρώπων Βικιλεξικό
- Όπως συμβαίνει πάντοτε με τη φύτρα μας, αυτή είναι η φωτεινή όψη στην περίοδο της τουρκοκρατίας. Γιατί υπάρχει και η σκοτεινή - ο ραγιαδισμός, το βόλεμα και οι προσκυνημένοι στον κατακτητή (Κώστας Σκανδαλίδης, Οι Έλληνες, Τετράδια Πατριδογνωσίας, εκδ. Καστανιώτη, 2012)
- η τεμπελιά, η βολή ως άνεση που δεν προϋποθέτει κόπο και κατακτήσεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βόλεμα < βολεύ(ω) + -μα, με αποβολή του [v] πριν από [m] και αναβιβασμό του τόνου. Παραβάλετε ψάρεμα.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βόλεμα | βολέματα |
| Γενική | βολέματος | βολεμάτων |
| Αιτιατική | βόλεμα | βολέματα |
| Κλητική | βόλεμα | βολέματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →