βόλος
•
- άλλη γραφή του βώλος (ορθογραφική απλοποίηση, ήδη από την (ελληνιστική κοινή)) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βόλος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική βῶλος (Υπάρχει ήδη στα ελληνιστικά χρόνια η γραφή βόλος: θύρα, πηλός (βῶλος) καὶ δίκτυον. ※ 5ος αιώνας κε ⌘ Ἡσύχιος, Γλῶσσαι, Β)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βόλος | βόλοι |
| Γενική | βόλου | βόλων |
| Αιτιατική | βόλο | βόλους |
| Κλητική | βόλε | βόλοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →