βόλτα
•
- διάνυση μίας απόστασης με τα πόδια ή με οποιοδήποτε μεταφορικό μέσο, με ή χωρίς συγκεκριμένο προορισμό ή σκοπό, για αναψυχή Βικιλεξικό
- σήμερα της έχουν φορέσει παπούτσια, τα οποία φαίνονται γυαλισμένα, ή αυτό το τρίποντο τακούνι, πόσες βόλτες να έχει κάνει μ' αυτό το υπόδημα, και κοιτάξτε, τώρα πια ούτε που θυμάται πως έφτασε εδώ (Núria Añó, Χαμηλά σύννεφα, μετάφραση: Παρασκευή Μουτσιούνα, εκδ. Babelcube Incorporated, 2021)
- Οι παραθεριστές απολάμβαναν την θάλασσα εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο με κάθε δυνατό τρόπο. Απ’ το πρωινό τους μπάνιο στα κρυστάλλινα γαληνεμένα νερά και την μεσημβρινή μάσα και βόλτα πλατσουρίζοντας στο κυμοθάλασσο, ως το απογευματινό κολύμπι στο ηλιοβασίλεμα και τον περίπατο στην ακρογιαλιά (Γιάννης Παπαθανασίου, Καλοκαίρι. Το χρονικό μιάς Απρόσμενης Αναμέτρησης, Α' μέρος, τ.272, Περιοδικό Ψάρεμα, ανακτήθηκε στις 25/1/2026 https://psarema.natexmedia.gr/psaria/psaria-n-w/sargos/kalokairi-to-xroniko-mias-aprosmenis-anametrisis)
- Είχε πέσει από το μηχανάκι του πατέρα του, που το είχε πάρει στα κρυφά για βόλτα, και είχε σπάσει χέρι και πόδι. Το χέρι το είχε σε νάρθηκα, αλλά το πόδι του είχε πάθει μεγάλο στραπάτσο και έπρεπε, λέει, να χειρουργηθεί. Θα του έβαζαν στο πόδι μια λάμα ή κάποιο άλλο μαραφέτι. (Μαρούλα Κλιάφα, Η ιστορία ενός νεαρού gamer, εκδ. Πατάκης, 2025)
- η περιφορά γύρω από ένα άξονα Βικιλεξικό
- μηχανολογίασπειροειδής αυλάκωση, σπείρωμα σε βίδες και άλλα εξαρτήματα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βόλτα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική βόλτα < ιταλική volta (στροφή) < δημώδης λατινική *volta < λατινική voluta, θηλυκό του volutus, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος volvo (στρέφω, γυρίζω, κυλώ) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *wel- (γυρίζω, τριγυρίζω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βόλτα | βόλτες |
| Γενική | βόλτας | — |
| Αιτιατική | βόλτα | βόλτες |
| Κλητική | βόλτα | βόλτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →