βότκα
•
- οινοπνευματώδες ποτό ρωσικής προέλευσης Βικιλεξικό
- Έβαλε στο σέικερ μια μεζούρα τζιν, κάτι άλλο που πρέπει να ήταν βότκα και γύρισε προς την κάβα με τα ποτά. (Σπύρος Γιαννακόπουλος, Κοσμοναύτης, εκδόσεις Πατάκη, 2023)
Ετυμολογία
βότκα < (άμεσο δάνειο) ρωσική водка < υποκοριστικό του вода (νερό)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βότκα | βότκες |
| Γενική | βότκας | — |
| Αιτιατική | βότκα | βότκες |
| Κλητική | βότκα | βότκες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →