βότρυς
•
- λόγιοτo τσαμπί και ιδιαίτερα το σταφύλι Βικιλεξικό
- γλυκός βότρυς
- λόγιοείδος ταξιανθίας με έναν κεντρικό επιμήκη άξονα ο οποίος φέρει έμμισχα μονήρη άνθη Βικιλεξικό
- Τα άνθη του φυτού λούπινο διατάσσονται σε βότρυ, σε σχήμα βότρυος.
Ετυμολογία
βότρυς < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική βότρυς
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →