βότσαλο
•
- μικρή πέτρα που την έχει στρογγυλέψει και λειάνει το νερό της θάλασσας, λίμνης ή ποταμού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βότσαλο < μεσαιωνική ελληνική βήσσαλον < υστερολατινική (laterculus) bessalis
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βότσαλο | βότσαλα |
| Γενική | βότσαλου | βότσαλων |
| Αιτιατική | βότσαλο | βότσαλα |
| Κλητική | βότσαλο | βότσαλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →