Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βύρσινος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. δερμάτινος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βύρσινος < ελληνιστική κοινή βύρσινος < αρχαία ελληνική βύρσα

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβύρσινοςβύρσινηβύρσινο
Γενικήβύρσινουβύρσινηςβύρσινου
Αιτιατικήβύρσινοβύρσινηβύρσινο
Κλητικήβύρσινεβύρσινηβύρσινο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβύρσινοιβύρσινεςβύρσινα
Γενικήβύρσινωνβύρσινωνβύρσινων
Αιτιατικήβύρσινουςβύρσινεςβύρσινα
Κλητικήβύρσινοιβύρσινεςβύρσινα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →