βύσαλο
•
- ιδιωματικόκεραμίδι, θραύσμα κεραμιδιού ή τούβλου Βικιλεξικό
- μεταφορικάκάθε τμήμα του σπιτιού ή αγροτικού προϊόντος μετά από καταστροφή λόγω σεισμού, φωτιάς ή θεομηνίας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βύσαλο < → λείπει η ετυμολογία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →