Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βύσσος

/ˈvi.sos/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. μαλάκιολόγιος όρος για το μετάξι της θάλασσας Βικιλεξικό
    • Υπάρχει όμως και ένας άλλος, εξαιρετικά σπάνιος, τύπος μεταξιού, γνωστός ως «μετάξι της θάλασσας» ή βύσσος, ο οποίος φτιάχνεται από ένα υγρό που εκκρίνει η πίνα (Pinna Nobilis),^([sic Pinna nobilis]) ένα όστρακο που μοιάζει με τεράστιο μύδι. […] Σύμφωνα με το BBC, σήμερα είναι πολύ πιθανόν να έχει απομείνει μόλις ένα άτομο το οποίο μπορεί και εξακολουθεί να συλλέγει τη βύσσο, να τη γνέθει και να την κάνει να λάμπει σαν χρυσός: η Κιάρα Βίγκο από το Σαντ' Αντίοκο,^([ΒΠ/WP]) ένα νησί στο νοτιοδυτικό άκρο της Σαρδηνία]ς.
    • Πίννα […] Από ένα υγρό που εκκρίνει φτιάχνεται ένας εξαιρετικά σπάνιος τύπος μεταξιού το «μετάξι της θάλασσας» ή βύσσος, πολύ εκλεκτή υφαντική ύλη, κυρίως εξαιτίας της ιδιότητάς της να λάμπει στον ήλιο. Περιλαμβάνεται στο Προεδρικό Διάταγμα 67/1981, στον Κανονισμό (ΕΚ) 1967/2006 (Κανονισμός Μεσογείου), στην Αριθμ 33318/3028/1998 ΚΥΑ, στο παράρτημα IV της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ και στη σύμβαση Βαρκελώνης, στο παράρτημα ΙΙ του Πρωτοκόλλου για τις Ειδικές Προστατευόμενες Περιοχές και τη Βιολογική Ποικιλότητα στη Μεσόγειο. Βρίσκεται σε προστατευμένες περιοχές του δικτύου Natura 2000.

Ετυμολογία

βύσσος < (λόγιο δάνειο) διαγλωσσική ορολογία οικογένεια Byssus / Trentepohlia (ταξινομικός όρος) < νεολατινική byssus < ελληνιστική κοινή βύσσος (λινάρι) (θηλυκό). Διαφορετικό το αρσενικό βυσσός < βυθός.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήβύσσοςβύσσοι
Γενικήβύσσουβύσσων
Αιτιατικήβύσσοβύσσους
Κλητικήβύσσε / βύσσοβύσσοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →