Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γάβανο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. δοχείο (συνήθως ξύλινο και στρογγυλό, που κλείνει με καπάκι) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γάβανο < μεσαιωνική ελληνική γάβενον

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγάβανογάβανα
Γενικήγάβανουγάβανων
Αιτιατικήγάβανογάβανα
Κλητικήγάβανογάβανα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →