Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γάδος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ψάριμπακαλιάρος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γάδος < ελληνιστική κοινή γάδος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγάδοςγάδοι
Γενικήγάδουγάδων
Αιτιατικήγάδογάδους
Κλητικήγάδεγάδοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →