γάμπαρη
•
- ζωολογίαείδος γαρίδας (Penaeus kerathurus) Βικιλεξικό
- ζωολογίαη αστακογαρίδα (Penaeus caramota) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γάμπαρη < ιταλική gambero < δημώδης λατινική gambarus < λατινική gammarus / cammarus < ελληνιστική κοινή κάμμαρος (αντιδάνειο)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γάμπαρα | γάμπαρες |
| Γενική | γάμπαρας | — |
| Αιτιατική | γάμπαρα | γάμπαρες |
| Κλητική | γάμπαρα | γάμπαρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →