Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γάμπια

/ˈɣa.bi.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ναυτικός όροςείδος τετράγωνου ιστίου πάνω από την μαΐστρα Βικιλεξικό
    • Οι φρεγάδες είχαν απλωμένα όλα τα πανιά. Φλόκοι και κονταφλόκοι, γάμπιες και παπαφίγγοι και παρουκέτα και τρίγγοι όλα ήσαν στη θέσι τους. (Ανδρέας Καρκαβίτσας, Τα λόγια της πλώρης, 1899)

Ετυμολογία

γάμπια < (άμεσο δάνειο) ιταλική gabbia < λατινική cavea < cavus < πρωτοϊταλική *kawos < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ḱowh₁ós (κοίλος) < *ḱewh₁-

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγάμπιαγάμπιες
Γενικήγάμπιας—
Αιτιατικήγάμπιαγάμπιες
Κλητικήγάμπιαγάμπιες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →