γάνα
•
- η σκουριά που σχηματίζεται στα χάλκινα σκεύη που δεν τα έχουμε γανώσει Βικιλεξικό
- η καπνιά που κάθεται στα μαγειρικά σκεύη από τη φωτιά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γάνα < γανώνω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γάνα | γάνες |
| Γενική | γάνας | γανών |
| Αιτιατική | γάνα | γάνες |
| Κλητική | γάνα | γάνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →