γάσα
•
- ναυτικός όροςη θηλιά στην άκρη του σκοινιού που χρησιμοποιείται για να δένεται εύκολα στη δέστρα ενός σκάφους ή στη μπίντα του λιμανιού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γάσα < (άμεσο δάνειο) ιταλική gassa ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γάσα | γάσες |
| Γενική | γάσας | — |
| Αιτιατική | γάσα | γάσες |
| Κλητική | γάσα | γάσες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →