Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γάστρα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. κουζινικάμεταλλικό ή πήλινο μαγειρικό σκεύος, το οποίο αφού θερμανθεί κατάλληλα, τοποθετείται πάνω από το ταψί με το φαγητό συμβάλλοντας στο ψήσιμό του από την επάνω πλευρά Βικιλεξικό
  2. βαθύ και πλατύ μαγειρικό σκεύος με καπάκι Βικιλεξικό
  3. ναυπηγικός όροςη κοιλιά του σκάφους Βικιλεξικό
  4. καθαρεύουσαη γλάστρα Βικιλεξικό
    • Ἀλλὰ τὸ μελιχρὸν φέγγος ἐπέχριε μόνον τὰς στέγας τῶν οἰκιῶν καὶ τὸ διενέμοντο, ὡς πενιχρὰν κληρονομίαν, τὰ δωμάτια, τὰ μπαλκόνια καὶ οἱ γάστρες τῶν ἀνθέων. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Αμαρτίας φάντασμα)

Ετυμολογία

γάστρα < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική γάστρα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγάστραγάστρες
Γενικήγάστρας—
Αιτιατικήγάστραγάστρες
Κλητικήγάστραγάστρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →