Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γάτρα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ιδιωματικόίχνος ζώου, φασαρία Βικιλεξικό
    • Περάσοdας τα μεσάνυχτα ακούει μια γάτρα, μια φασαρία κι εκεί bροβαίνει ένα φίδι με τρεις κεφαλές. Μόλις τό ʼδεν ο Ιάννης ενεγριεύτη. Αρχεύει λοιπό ο Ιάννης, το... πάλευε με το φίδι και πάλευγε και πάλευγε και καταφέρνει και κόβγει τσʼ κεφαλές του φιδιού. Και πιάνει μάνι-μάνι και μαζώνει τη γάτρα του φιδιού από ʼκει χάμαι να μη σʼκωθούνε τα αδέρφια dου να αγριευτούνε.

Ετυμολογία

γάτρα < → λείπει η ετυμολογία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →