γέλη
•
- λόγιοτο τζελ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γέλη < αγγλική gel < gelatin < γαλλική gélatine < ιταλική gelatina < gelata < λατινική gelata < gelo < gelu < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *gel- (κρύος)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γέλη | γέλες |
| Γενική | γέλης | γελών |
| Αιτιατική | γέλη | γέλες |
| Κλητική | γέλη | γέλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →