Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γέλη

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λόγιοτο τζελ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γέλη < αγγλική gel < gelatin < γαλλική gélatine < ιταλική gelatina < gelata < λατινική gelata < gelo < gelu < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *gel- (κρύος)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγέληγέλες
Γενικήγέληςγελών
Αιτιατικήγέληγέλες
Κλητικήγέληγέλες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →