γέννημα
•
- το αποτέλεσμα του γεννώ Βικιλεξικό
- γεννήματα εχιδνών, γεννήματα της αγάπης, γεννήματα της φαντασίας
- το αποτέλεσμα του γεννώ Βικιλεξικό
- η σοδειά ήταν πλούσια και τα γεννήματα στοιβάζονταν στις αποθήκες
- Ο ίδιος ο Στάθης έπαιρνε τα κοφίνια παραμάσκαλα όταν είταν γιομάτα, τα 'φερνε στ' αλώνι κ' εσώριαζε το γέννημα στη στίβα. (Κωνσταντίνος Θεοτόκης, Η Παντρειά της Σταλαχτής, Ο Νουμάς, αρ. 167, 9 Οχτώβρη 1905, σσ. 2-12)
Ετυμολογία
γέννημα < αρχαία ελληνική γέννημα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γέννημα | γεννήματα |
| Γενική | γεννήματος | γεννημάτων |
| Αιτιατική | γέννημα | γεννήματα |
| Κλητική | γέννημα | γεννήματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →