Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γέρικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που ανήκει ή αναφέρεται σε έναν ηλικιωμένο · που έχει πια γεράσει Βικιλεξικό
    • Είπε, κι' ο νους του σάστισε του γέρου απ' την τρομάρα, κι' όρθιες στο γέρικο κορμί τ' ασκώθηκαν οι τρίχες (Αλ. Πάλλη, Μετάφραση της Ιλιάδας, Ω 358-359)
    • Καὶ βγῆκε ὄξω, κ' ἔκαμε τὸ γύρο τοῦ σπιτιοῦ, κ' ἐσταμάτησε στὸν κῆπο του γιὰ νὰ ἰδεῖ στὴν Ἀνατολὴ ἄν ἔβγαινε ὁ Αὐγερινός, καὶ πασκίζοντας ἀπὸ ἄλλους ἀστερισμοὺς νὰ μαντέψει τὴ θέση τῆς Πούλιας, γιατὶ τὰ γέρικα μάτια του δὲν ἔβλεπαν πλιὰ τὰ μικρὰ της ἀστέρια. (Κωνσταντίνος Θεοτόκης, Η ζωή και ο θάνατος του Καραβέλα, 1920)
  2. που είναι μεγάλης ηλικίας (για ζώα) Βικιλεξικό
    • ένα γέρικο σκυλί
  3. μεταφορικάπαλιός και με όσα προβλήματα συνεπάγεται αυτό Βικιλεξικό
    • ένα γέρικο αυτοκίνητο

Ετυμολογία

γέρικος < γέρος + -ικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγέρικοςγέρικηγέρικο
Γενικήγέρικουγέρικηςγέρικου
Αιτιατικήγέρικογέρικηγέρικο
Κλητικήγέρικεγέρικηγέρικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγέρικοιγέρικεςγέρικα
Γενικήγέρικωνγέρικωνγέρικων
Αιτιατικήγέρικουςγέρικεςγέρικα
Κλητικήγέρικοιγέρικεςγέρικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →