γέρμα
•
- η ώρα που ο ήλιος γέρνει, το ηλιοβασίλεμα, η δύση Βικιλεξικό
- Άλλαξαν όλα. Όλα εκτός από το τσαγκάρικο του κυρ Κώστα. Που, σκυμμένος από τη δουλειά μα και από τα χρόνια που κουβαλούσε στην πλάτη, εξακολουθούσε να δουλεύει «από την αυγή ώς το γέρμα». Τώρα πουλούσε και καινούρια παπούτσια, μα πού να τα βγάλει πέρα με τα «τακούνι-εξπρές» και τις νέες μόδες... (Λότη Πέτροβιτς - Ανδρουτσοπούλου, Ο καιρός της σοκολάτας, εκδ. Πατάκης, 2016)
Ετυμολογία
γέρμα < γέρνω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γέρμα | γέρματα |
| Γενική | γέρματος | γερμάτων |
| Αιτιατική | γέρμα | γέρματα |
| Κλητική | γέρμα | γέρματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →