γήλιος
•
- λογοτεχνικότύπος της δημοτικής και ποιητική μορφή για το ήλιος Βικιλεξικό
- Τον ίσκιο τους ανώφελο ξαπλώνουν τα πλατάνια, και σα να καρφωθήκανε τα φύλλα στα κλαδιά τους. Στυλώνει ο γήλιος τη ματιά, ματιά πυρή φιδίσια, τη γη, το μυριοπλούμιστο πουλί, για να βασκάνη
- Ντρέπεται ο γήλιος ως διαβαίνει απ' το νησί, τόσο σκυφτούς ανθρώπους ν' αντικρίζει! Ντρέπεται για τους δημίους, μα δακρύζει, κάποια χαράδρα όταν φωτίζει ή μια κορφή!
- ὁ γήλιος ἔγινε κουρέλι σὲ μιᾶς μεσόκοπης λαιμὸ ποὺ βήχει και δεν έχει τελειωμό·
- εκεί, που γήλιος, ουρανός κι άνθρωποι γίνονται αδερφοί
Ετυμολογία
γήλιος < ἥλιος με ανάπτυξη ευφωνικού -γ-
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →