Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γήλιος

/ˈʝi.ʎos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. λογοτεχνικότύπος της δημοτικής και ποιητική μορφή για το ήλιος Βικιλεξικό
    • Τον ίσκιο τους ανώφελο ξαπλώνουν τα πλατάνια, και σα να καρφωθήκανε τα φύλλα στα κλαδιά τους. Στυλώνει ο γήλιος τη ματιά, ματιά πυρή φιδίσια, τη γη, το μυριοπλούμιστο πουλί, για να βασκάνη
    • Ντρέπεται ο γήλιος ως διαβαίνει απ' το νησί, τόσο σκυφτούς ανθρώπους ν' αντικρίζει! Ντρέπεται για τους δημίους, μα δακρύζει, κάποια χαράδρα όταν φωτίζει ή μια κορφή!
    • ὁ γήλιος ἔγινε κουρέλι σὲ μιᾶς μεσόκοπης λαιμὸ ποὺ βήχει και δεν έχει τελειωμό·
    • εκεί, που γήλιος, ουρανός κι άνθρωποι γίνονται αδερφοί

Ετυμολογία

γήλιος < ἥλιος με ανάπτυξη ευφωνικού -γ-

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →