Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γήπεδο

/ˈʝi.pe.ðo/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. μεγάλη επίπεδη έκταση γης Βικιλεξικό
    • Τα ειδικά χαρακτηριστικά του ακινήτου επηρεάζονται θετικά καθόσον από τρίφατσο γίνεται τετράφατσο αλλά επηρεάζεται αρνητικά καθόσον η υπερύψωση των επιπέδων των οδών στη νότια και ανατολική πλευρά του υποβαθμίζει κατά κάποιο τρόπο το γήπεδο όχι όμως και τη λειτουργία του. (Απόφαση 148/2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ), Άρειος Πάγος https://www.areiospagos.gr/nomologia/apofaseis_DISPLAY.asp?cd=LOALG2FO7BKYI52POFXASWG1U8ADI7&apof=148_2018&info=%D0%CF%CB%C9%D4%C9%CA%C5%D3%20-%20%20%C4)
  2. αθλητισμόςχώρος διεξαγωγής ομαδικών αθλημάτων Βικιλεξικό
    • η έδρα μιας ομάδας

Ετυμολογία

γήπεδο < γη + πεδ- (βλέπε πεδίο, πεδιάδα) : γήπεδο < προέρχεται από το αρχαίο ρήμα καταγείῳ < κατά + γῇ

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγήπεδογήπεδα
Γενικήγήπεδου / γηπέδουγηπέδων
Αιτιατικήγήπεδογήπεδα
Κλητικήγήπεδογήπεδα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →