γήτεμα
•
- το ξόρκι, το μαγικό Βικιλεξικό
- η γοητεία που μαγεύει, το θέλγητρο, το ξελόγιασμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γήτεμα < μεσαιωνική ελληνική γήτεμα < αρχαία ελληνική γοήτευμα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γήτεμα | γητέματα |
| Γενική | γητέματος | γητεμάτων |
| Αιτιατική | γήτεμα | γητέματα |
| Κλητική | γήτεμα | γητέματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →