γίββωνας
•
- πίθηκος των τροπικών δάσων της Ασίας, με μεγάλα χέρια, χωρίς ουρά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γίββωνας < γαλλική gibbon <
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γίββωνας | γίββωνες |
| Γενική | γίββωνα | γίββωνων |
| Αιτιατική | γίββωνα | γίββωνες |
| Κλητική | γίββωνα | γίββωνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →