γίγγλυμος
•
- ανατομίαη κλείδωση, η άρθρωση δύο οστών έτσι ώστε η εξοχή του ενός να εισέρχεται και να περιστρέφεται ελεύθερα μέσα στην εσοχή του άλλου Βικιλεξικό
- μηχανικήο μεταλλικός στροφέας της πόρτας, του παράθυρου ή κιβώτιου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γίγγλυμος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική γίγγλυμος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γίγγλυμος | γίγγλυμοι |
| Γενική | γίγγλυμου / γιγγλύμου | γιγγλύμων |
| Αιτιατική | γίγγλυμο | γίγγλυμους / γιγγλύμους |
| Κλητική | γίγγλυμε | γίγγλυμοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →