Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γίδινος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. κατσικίσιος Βικιλεξικό
    • γίδινο γιαούρτι

Ετυμολογία

γίδινος < μεσαιωνική ελληνική γίδινος / γιδινός < γίδα < γίδι(ν) < αρχαία ελληνική αἰγίδιον, υποκοριστικό του αἴξ

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγίδινοςγίδινηγίδινο
Γενικήγίδινουγίδινηςγίδινου
Αιτιατικήγίδινογίδινηγίδινο
Κλητικήγίδινεγίδινηγίδινο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγίδινοιγίδινεςγίδινα
Γενικήγίδινωνγίδινωνγίδινων
Αιτιατικήγίδινουςγίδινεςγίδινα
Κλητικήγίδινοιγίδινεςγίδινα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →