γαΐτα
•
- ναυτικός όροςμικρό ξύλινο πλεούμενο με στενή πρύμνη, επίπεδο πυθμένα και ιστία ή κουπιά, που χρησιμοποιείται κυρίως για παράκτια αλιεία και ήπιες θαλάσσιες μετακινήσεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γαΐτα < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γαΐτα | γαΐτες |
| Γενική | γαΐτας | γαϊτών |
| Αιτιατική | γαΐτα | γαΐτες |
| Κλητική | γαΐτα | γαΐτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →