Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γαβάθα

/ɣaˈva.θa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. κουζινικάπαραδοσιακό βαθύ ανοιχτό σκεύος για φαγητό μεγάλου σχήματος Βικιλεξικό
  2. η ποσότητα υγρού ή φαγητού που χωράει σε ένα τέτοιο σκεύος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γαβάθα < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή *γαβαθα < καβαθα (→ δείτε και ελληνιστική κοινή γάβαθον, μεσαιωνική ελληνική γαβάθιν) < λατινική ganat(h)a < σημιτικής προέλευσης ή προέλευσης από την προελληνική

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγαβάθαγαβάθες
Γενικήγαβάθαςγαβαθών
Αιτιατικήγαβάθαγαβάθες
Κλητικήγαβάθαγαβάθες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →