γαβάθα
•
- κουζινικάπαραδοσιακό βαθύ ανοιχτό σκεύος για φαγητό μεγάλου σχήματος Βικιλεξικό
- η ποσότητα υγρού ή φαγητού που χωράει σε ένα τέτοιο σκεύος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γαβάθα < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή *γαβαθα < καβαθα (→ δείτε και ελληνιστική κοινή γάβαθον, μεσαιωνική ελληνική γαβάθιν) < λατινική ganat(h)a < σημιτικής προέλευσης ή προέλευσης από την προελληνική
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γαβάθα | γαβάθες |
| Γενική | γαβάθας | γαβαθών |
| Αιτιατική | γαβάθα | γαβάθες |
| Κλητική | γαβάθα | γαβάθες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →