γαβαθάς
•
- επάγγελμαο κατασκευαστής ή πωλητής γαβαθών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γαβαθάς < γαβάθ(α) + -άς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γαβαθάς | γαβαθάδες |
| Γενική | γαβαθά | γαβαθάδων |
| Αιτιατική | γαβαθά | γαβαθάδες |
| Κλητική | γαβαθά | γαβαθάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →