Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γαγγλιακός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ανατομίαπου έχει σχέση με τα γάγγλια, ανήκει ή αναφέρεται σʼ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γαγγλιακός < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική gangliac < ganglion < υστερολατινική ganglion < ελληνιστική κοινή γαγγλίον

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγαγγλιακόςγαγγλιακήγαγγλιακό
Γενικήγαγγλιακούγαγγλιακήςγαγγλιακού
Αιτιατικήγαγγλιακόγαγγλιακήγαγγλιακό
Κλητικήγαγγλιακέγαγγλιακήγαγγλιακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγαγγλιακοίγαγγλιακέςγαγγλιακά
Γενικήγαγγλιακώνγαγγλιακώνγαγγλιακών
Αιτιατικήγαγγλιακούςγαγγλιακέςγαγγλιακά
Κλητικήγαγγλιακοίγαγγλιακέςγαγγλιακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →