Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γαγγραινικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. χαρακτηριστικός της γάγγραινας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γαγγραινικός < ελληνιστική γαγγραινικός < γάγγραινα

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγαγγραινικόςγαγγραινικήγαγγραινικό
Γενικήγαγγραινικούγαγγραινικήςγαγγραινικού
Αιτιατικήγαγγραινικόγαγγραινικήγαγγραινικό
Κλητικήγαγγραινικέγαγγραινικήγαγγραινικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγαγγραινικοίγαγγραινικέςγαγγραινικά
Γενικήγαγγραινικώνγαγγραινικώνγαγγραινικών
Αιτιατικήγαγγραινικούςγαγγραινικέςγαγγραινικά
Κλητικήγαγγραινικοίγαγγραινικέςγαγγραινικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →