γαζέλα
•
- ζωολογίααντιλόπη του γένους Gazella· ζει κυρίως στην Αφρική και είναι γνωστή για τη μεγάλη ταχύτητα και αντοχή της στο τρέξιμο Βικιλεξικό
- Ὤ, σὺ γαζέλα ἀπʼ τὶς γαζέλες τῆς Ὺεμένης Δίχως νὰ δώσεις γρόσι μʼ ἔκανες σκλάβο σου.
- μεταφορικάχαρακτηρισμός γυναίκας λεπτής, ευκίνητης, με χάρη Βικιλεξικό
- Ἦταν λεπτή καί μονοκόκαλη σά γαζέλα. Μοῦ χάιδεψε τόν περτσέ. Μέ κράτησε ἀπʼ τό μπράτσο σφιχτά: «Ἔλα νά σοῦ δώσω ἕνα σεκερλεμέ», μοῦ εἶπε ψιθυριστά.
- μεταφορικάμικρομεσαία επιχείρηση που αναπτύσσεται αλματωδώς Βικιλεξικό
- λογοτεχνίαείδος ερωτικού ποιήματος στην τουρκική και περσική λογοτεχνία που αποτελείται συνήθως από πέντε ή επτά δίστιχα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γαζέλα < (οπτικό δάνειο) γαλλική gazell(e) + -α < αραβική غَزَال (ḡazāl)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γαζέλα | γαζέλες |
| Γενική | γαζέλας | γαζελών |
| Αιτιατική | γαζέλα | γαζέλες |
| Κλητική | γαζέλα | γαζέλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →