Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γαζέλα

/ɣaˈze.la/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ζωολογίααντιλόπη του γένους Gazella· ζει κυρίως στην Αφρική και είναι γνωστή για τη μεγάλη ταχύτητα και αντοχή της στο τρέξιμο Βικιλεξικό
    • Ὤ, σὺ γαζέλα ἀπʼ τὶς γαζέλες τῆς Ὺεμένης Δίχως νὰ δώσεις γρόσι μʼ ἔκανες σκλάβο σου.
  2. μεταφορικάχαρακτηρισμός γυναίκας λεπτής, ευκίνητης, με χάρη Βικιλεξικό
    • Ἦταν λεπτή καί μονοκόκαλη σά γαζέλα. Μοῦ χάιδεψε τόν περτσέ. Μέ κράτησε ἀπʼ τό μπράτσο σφιχτά: «Ἔλα νά σοῦ δώσω ἕνα σεκερλεμέ», μοῦ εἶπε ψιθυριστά.
  3. μεταφορικάμικρομεσαία επιχείρηση που αναπτύσσεται αλματωδώς Βικιλεξικό
  4. λογοτεχνίαείδος ερωτικού ποιήματος στην τουρκική και περσική λογοτεχνία που αποτελείται συνήθως από πέντε ή επτά δίστιχα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γαζέλα < (οπτικό δάνειο) γαλλική gazell(e) + -α < αραβική غَزَال (ḡazāl)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγαζέλαγαζέλες
Γενικήγαζέλαςγαζελών
Αιτιατικήγαζέλαγαζέλες
Κλητικήγαζέλαγαζέλες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →