γαζέπι
•
- οργή θεού Βικιλεξικό
- κρητικάθεομηνία, συμφορά, δυστυχία Βικιλεξικό
- θύελλα, σφοδρή καταιγίδα Βικιλεξικό
- Μέ λιοπύρια πού σκάζ’ ό τσίντσιρας καί νά πηγαίν’ ό ίδρος σουβάλα, μέ βροχές καί μέ γαζέπια (καταιγίδες) καί μέ μεγάλες φουρτούνες πού νά τούς χτυπούν τά χαλάζια στ’ αυτιά, πάντα αυτοί ξενηστικωμένοι παιδεύονται στούς δρόμους. (Ηπειρωτική Εστία, τεύχος 98, 1960, σελ. 464 https://olympias.lib.uoi.gr/jspui/bitstream/123456789/27556/1/%CE%97%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%81%CF%89%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE%20%CE%B5%CF%83%CF%84%CE%AF%CE%B1%20%CF%84%CE%B5%CF%85%CF%87.98,%201960.pdf)
Ετυμολογία
γαζέπι < (άμεσο δάνειο) τουρκική gazap < αραβική غضب (ghazab, οργή)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γαζέπι | γαζέπια |
| Γενική | γαζεπιού | γαζεπιών |
| Αιτιατική | γαζέπι | γαζέπια |
| Κλητική | γαζέπι | γαζέπια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →