γαζία
•
- δέντροκαλλωπιστικό δέντρο της οικογένειας των Μιμοζιδών, που τα κίτρινα λουλούδια του σχηματίζουν τσαμπιά (Ακακία η φαρνέσιος ή Ακακία η φαρνεζιανή) Βικιλεξικό
- λουλούδιτο άνθος του παραπάνω δέντρου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γαζία < (άμεσο δάνειο) βενετική gazia (ιταλική gazzia) < ιταλική acacia < υστερολατινική acacia < ελληνιστική κοινή ἀκακία (αντιδάνειο)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γαζία | γαζίες |
| Γενική | γαζίας | γαζιών |
| Αιτιατική | γαζία | γαζίες |
| Κλητική | γαζία | γαζίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →