γαιοδεσπότης
•
- παρωχημένοο κάτοχος (μεγάλης) έκτασης γης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γαιοδεσπότης < γαιο- + δεσπότης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γαιοδεσπότης | γαιοδεσπότες |
| Γενική | γαιοδεσπότη | γαιοδεσποτών |
| Αιτιατική | γαιοδεσπότη | γαιοδεσπότες |
| Κλητική | γαιοδεσπότη | γαιοδεσπότες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →