γαιοκτησία
•
- η απόκτηση γης Βικιλεξικό
- η κατοχή μεγάλης έκτασης γης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γαιοκτησία < γαιο- + -κτησία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γαιοκτησία | γαιοκτησίες |
| Γενική | γαιοκτησίας | γαιοκτησιών |
| Αιτιατική | γαιοκτησία | γαιοκτησίες |
| Κλητική | γαιοκτησία | γαιοκτησίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →