γαιόσακος
•
- σακί γεμισμένο με χώμα και άλλες ουσίες χαμηλής αξίας, το οποίο χρησιμοποιείται ως πρόχειρο οχύρωμα όταν χρειάζεται (π.χ. στον πόλεμο) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γαιόσακος < γαία + σάκος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γαιόσακος | γαιόσακοι |
| Γενική | γαιοσάκου / γαιόσακου | γαιοσάκων / γαιόσακων |
| Αιτιατική | γαιόσακο | γαιοσάκους / γαιόσακους |
| Κλητική | γαιόσακε | γαιόσακοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →