γαλέος
•
- ψάριείδος ψαριού της Mεσογείου που ανήκει στην οικογένεια των καρχαριοειδών (συγγενεύει με το σκυλόψαρο) Βικιλεξικό
- Συνεχίζουμε, τοποθετώντας επάνω από τον γαλέο τις ροδέλες της ντομάτας, τα κρεμμύδια, τις πιπεριές και το τυρί. Ραντίζουμε με το ελαιόλαδο και ψήνουμε έως ότου πάρει χρώμα το φαγητό. Μόλις το βγάλουμε από τον φούρνο, πασπαλίζουμε με ρίγανη και φρεσκοτριμμένο πιπέρι. (Γαλέος σαγανάκι, Το Βήμα, 10/06/2013 http://www.tovima.gr/vimagourmet/recipes/article/?aid=517358)
Ετυμολογία
γαλέος < αρχαία ελληνική γαλεός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γαλέος | γαλέοι |
| Γενική | γαλέου | γαλέων |
| Αιτιατική | γαλέο | γαλέους |
| Κλητική | γαλέε | γαλέοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →