γαλήνεμα
•
- η αποκατάσταση της γαλήνης στον ψυχισμό ή σε ένα φυσικό στοιχείο, όπως η θάλασσα Βικιλεξικό
- Κι ενώ πονώ τον πόνο σου και πάω προς το βυθό σου και χάνομαι με τον αφρό, ύστερα, στο γαλήνεμα, την ηλιακή χαρά σου, θάλασσα, δε θαν τη χαρώ
Ετυμολογία
γαλήνεμα < γαληνεύω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γαλήνεμα | γαληνέματα |
| Γενική | γαληνέματος | γαληνεμάτων |
| Αιτιατική | γαλήνεμα | γαληνέματα |
| Κλητική | γαλήνεμα | γαληνέματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →