Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γαλήνιος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που χαρακτηρίζεται από γαλήνη, ηρεμία Βικιλεξικό
    • γαλήνια θάλασσα
    • γαλήνιος άνθρωπος

Ετυμολογία

γαλήνιος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή γαλήνιος < αρχαία ελληνική γαληνός < γαλήνη < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *ǵelh₂-

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγαλήνιοςγαλήνιαγαλήνιο
Γενικήγαλήνιουγαλήνιαςγαλήνιου
Αιτιατικήγαλήνιογαλήνιαγαλήνιο
Κλητικήγαλήνιεγαλήνιαγαλήνιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγαλήνιοιγαλήνιεςγαλήνια
Γενικήγαλήνιωνγαλήνιωνγαλήνιων
Αιτιατικήγαλήνιουςγαλήνιεςγαλήνια
Κλητικήγαλήνιοιγαλήνιεςγαλήνια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →