Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γαλαδερφή

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ομογάλακτη αδελφή Βικιλεξικό
    • Η συχωρεμένη η μάνα μου, τη μέρα που σκοτώθηκε το πρώτο της παιδί, της ήρθε μουσαφίρισσα μια γαλαδερφή της. Την καλοσκάμνισε, την έβαλε να κοιμηθεί. Και μόνο το άλλο πρωί που τη συναπόβγανε, της είπε τον πόνο της απάνω στο κα­τώφλι. (Παντελής Πρεβελάκης, Ο Ήλιος του Θανάτου)

Ετυμολογία

γαλαδερφή < γαλαδερφός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγαλαδερφήγαλαδερφές
Γενικήγαλαδερφήςγαλαδερφών
Αιτιατικήγαλαδερφήγαλαδερφές
Κλητικήγαλαδερφήγαλαδερφές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →