γαλαζοφρουρός
•
- πολιτική: στέλεχος του κόμματος της ΝΔ (Νέας Δημοκρατίας) εντεταλμένο στον εργασιακό ή σπουδαστικό του χώρο να προωθεί και να διαφυλάττει τη γραμμή του κόμματος Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάμάχιμος οπαδός, ένθερμος υποστηρικτής, της ΝΔ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γαλαζοφρουρός < γαλάζ(ιος) + -ο- φρουρός, νεολογισμός κατά το πρασινοφρουρός, αλλά με πολύ λιγότερο συχνή χρήση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γαλαζοφρουρός | γαλαζοφρουροί |
| Γενική | γαλαζοφρουρού | γαλαζοφρουρών |
| Αιτιατική | γαλαζοφρουρό | γαλαζοφρουρούς |
| Κλητική | γαλαζοφρουρέ | γαλαζοφρουροί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →