γαλακτοποίηση
•
- η μετατροπή σε γάλα Βικιλεξικό
- η παραγωγή γάλακτος (π.χ. από το μαστό) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γαλακτοποίηση < γαλακτοποιώ + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γαλακτοποίηση | γαλακτοποιήσεις |
| Γενική | γαλακτοποίησης | γαλακτοποιήσεων |
| Αιτιατική | γαλακτοποίηση | γαλακτοποιήσεις |
| Κλητική | γαλακτοποίηση | γαλακτοποιήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →